Πέμπτη, Απριλίου 12, 2018

Απαλλαγή από τα θρησκευτικά με γνωστοποίηση δεδομένων θρησκεύματος

Η απόφαση 660/2018 του Συμβουλίου της Επικρατείας για το μάθημα των θρησκευτικών αναφέρει ότι η οικειοθελής γνωστοποίηση προσωπικών δεδομένων από τους ενδιαφερόμενους προς τις αρχές δεν αντιτίθεται στους κανόνες της προστασίας δεδομένων. Δηλαδή κρίθηκε νόμιμο ότι, για να ασκήσει ο μη χριστιανός το συνταγματικό δικαίωμά του να μην εκτεθεί σε ομολογιακό μάθημα θρησκευτικών, οφείλει να γνωστοποιήσει με υπεύθυνη δήλωση ότι δεν είναι χριστιανός και αυτή η υπεύθυνη δήλωση τηρείται στα αρχεία του σχολείου και υπόκειται σε έλεγχο αλήθειας  από τον διευθυντή του σχολείου. Πρόκειται για την εγκύκλιο του Λοβέρδου του 2015, όταν ήταν υπουργός Παιδείας.

Αυτά ωστόσο δεν μπορούν να ισχύουν από τις 25.5.2018 οπότε τίθεται σε εφαρμογή ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.  11 του ΓΚΠΔ, η συγκατάθεση που επιτρέπει νόμιμα την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων ορίζεται ως εξής:

"«συγκατάθεση» του υποκειμένου των δεδομένων: κάθε ένδειξη βουλήσεως, ε λ ε ύ θ ε ρ η, συγκεκριμένη, ρητή και εν πλήρει επιγνώσει, με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων εκδηλώνει ότι συμφωνεί, με δήλωση ή με σαφή θετική ενέργεια, να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν"

Σύμφωνα με τον αρ. 43 του Προοιμίου του ΓΚΠΔ, 

"Για να διασφαλιστεί ότι η συγκατάθεση έχει δοθεί ελεύθερα, η συγκατάθεση δεν θα πρέπει να παρέχει έγκυρη νομική βάση για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, όταν υπάρχει σαφής ανισότητα μεταξύ του υποκειμένου των δεδομένων και του υπευθύνου επεξεργασίας, ιδίως στις περιπτώσεις που ο υπεύθυνος επεξεργασίας είναι δημόσια αρχή και είναι επομένως σχεδόν απίθανο να έχει δοθεί η συγκατάθεση ελεύθερα σε όλες τις περιστάσεις αυτής της ειδικής κατάστασης."

Αναλύοντας αυτή την νέα ρύθμιση, κατά την οποία η συλλογή δεδομένων με βάση την συγκατάθεση του ατόμου δεν είναι νόμιμη όταν γίνεται από δημόσιες αρχές, η Oμάδα Εργασίας του άρθρου 29 έχει δημοσιεύσει τις "Κατευθυντήριες Γραμμές για την έννοια της συγκατάθεσης κατά τον ΓΚΠΔ". Στο έγγραφο αυτό (βλ. εδώ) αναφέρει ότι όντως οι δημόσιες αρχές δεν νομιμοποιούνται να συλλέγουν προσωπικά δεδομένα στη βάση της συγκατάθεσης, λόγω του ότι δεν θα είναι ελεύθερη επειδή υπάρχει ανισότητα ισχύος ανάμεσα σε πολίτη και σε δημόσια αρχή. Αναγνωρίζει όμως ορισμένες εξαιρέσεις. Στο παράδειγμα αρ. 4 αναφέρεται η περίπτωση των μαθητών που δίνουν συγκατάθεση για τη χρήση των φωτογραφιών τους σε σχολικό περιοδικό. Η ΟΕ29 θεωρεί ότι κατ' εξαίρεση σε μια τέτοια περίπτωση επιτρέπεται η συγκατάθεση ως νομική βάση επεξεργασίας των δεδομένων των μαθητών, εφόσον με την επεξεργασία αυτών των δεδομένων οι μαθητές "δεν στερούνται εκπαίδευση ή υπηρεσίες και μπορούν να αρνηθούν την χρήση των φωτογραφιών αυτών χωρίς κανένα δυσμενές αποτέλεσμα". Είναι σαφές ότι αυτή δεν είναι η περίπτωση της συγκατάθεσης επεξεργασίας του δεδομένου του θρησκεύματος, αφού αν οι ενδιαφερόμενοι με το σύστημα της υπεύθυνης δήλωσης δεν αποκαλύψουν ότι δεν ειναι Χ.Ο. θα υποχρεωθούν στη δυσμενή συνέπεια της παρακολούθησης του ομολογιακού μαθήματος των θρησκευτικών. Συνεπώς με την επεξεργασία των δεδομένων τους θα στερηθούν την πρόσβαση σε ώρες διδασκαλίας και συνεπώς η εξάρτηση της ενάσκησης συνταγματικού δικαιώματος καθιστά την γνωστοποίηση των δεδομένων μη οικειοθελή.

Άρα, με βάση τον ΓΚΠΔ η "οικειοθελής γνωστοποίηση" προσωπικών δεδομένων θρησκεύματος προς δημόσιες αρχές, δηλαδή η τήρηση των υπεύθυνων δηλώσεων ότι οι μαθητές δεν είναι χ.ο.,  με βάση την "συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων δεν νοείται ως νόμιμη βάση τήρησης της υπεύθυνης δήλωσης στο αρχείο δημόσιου σχολείου, λόγω του ότι δεν είναι ελεύθερη, άρα δεν αποτελεί συγκατάθεση κατά τον ΓΚΠΔ. 

Τετάρτη, Απριλίου 11, 2018

H ευκαιρία του ΣτΕ για δίκαιη ισορροπία στα θρησκευτικά

Το καλοκαίρι του 2017 μου ζητήθηκε από γονείς να προσφύγουμε στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά των αποφάσεων του Υπουργού Παιδείας με τις οποίες καθοριζόταν το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών. Είχε προηγηθεί η επιστολή του εντεταλμένου Μητροπολίτη προς την Ιερά Σύνοδο, όπου ανέφερε αναλυτικά τις παρεμβάσεις της ορθόδοξης εκκλησίας στο περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών, όπως ότι είχαν αποσύρει την "Συννεφούλα" του Διονύση Σαββόπουλου και άλλα στοιχεία από τους "φακέλους μαθήματος θρησκευτικών" που αντικαθιστούν προσωρινά τα βιβλία του μαθήματος. Στην συγκεκριμένη επιστολή που είναι αναρτημένη στην επίσημη ιστοσελίδα της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο Μητροπολίτης αναφέρει ότι το μάθημα των θρησκευτικών είναι ομολογιακό κατά 82,4% στο Δημοτικό και 74,2% στο Γυμνάσιο.

Λίγες μέρες μετά την δημοσίευση των υπουργικών αποφάσεων στο ΣτΕ υποβλήθηκε αίτηση ακύρωσης δύο μαθητριών από νησιά του Αιγαίου και των γονέων τους, για να ακυρωθούν δικαστικά οι αποφάσεις Γαβρόγλου που η ίδια η Εκκλησία πιστοποιεί ως "ομολογιακό μάθημα". Νομική βάση της ακύρωσης είναι το άρθρο 13 του Συντάγματος σε συνδυασμό με το άρθρο 16 παρ. 2 και το σκεπτικό ότι η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης ως σκοπός της παιδείας δεν είναι άλλη από την θρησκευτική συνείδηση που αναπτύσσεται ελεύθερα στο πλαίσιο της ενάσκησης του σχετικού ατομικού δικαιώματος κι όχι βέβαια μια δεσμευτικά προγραμματισμένη κατεύθυνση προς συγκεκριμένο δογματικό περιεχόμενο. Παράλληλα, ως νομική βάση ακύρωσης προβάλλονται τα αντίστοιχα άρθρα της ΕΣΔΑ και του ΔΣΑΠΔ, ιδίως του Πρώτου Πρωτοκόλλου που, κατά την νομολογία του ΕΔΔΑ επιβάλλει ακόμη και για το μάθημα των θρησκευτικών η διδασκαλία να είναι αντικειμενική, πλουραλιστική και κριτική και όχι ομολογιακή ή κατηχητική, εκτός αν προβλέπεται εναλλακτικό μάθημα στο οποίο έχουν πρόσβαση οι ενδιαφερόμενοι. Υπογραμμίσαμε ότι το σύστημα απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών επιβάλλει σε γονείς να αποκαλύψουν θρησκευτικές πεποιθήσεις των γονέων τους και μάλιστα η συγκεκριμένη εγκύκλιος επιφορτίζει τον διευθυντή του σχολείου να διαπιστώσει κατά πόσον η υπεύθυνη δήλωση ότι ο μαθητής δεν ειναι Χ.Ο. είναι ακριβής, δηλαδή να ελέγξει αν τα φρονήματα του μαθητή αντιστοιχούν με τις δηλώσεις των γονέων του ή αν είναι προσχηματική η απαλλαγή!!!

Ζητήσαμε η υπόθεση να εισαχθεί στο Τμήμα Διακοπών του ΣτΕ, ώστε να δικαστούν πριν την έναρξη του σχολικού έτους, δηλαδή πριν τον Σεπτέμβρη. Δεν εισακουστήκαμε όμως και η πρώτη ημερομηνία εκδίκασης που μας δόθηκε ήταν τον Οκτώβριο 2017 στο Γ' Τμήμα του ΣτΕ. Το Ελληνικό Δημόσιο κατέθεσε κανονικά εμπρόθεσμα τον φάκελό του, αλλά ο εισηγήτης της υπόθεσης μου είπε ότι δεν ήταν σε θέση να συζητήσει την υπόθεση, επειδή ανέμενε την απόφαση της Ολομέλειας για να δει πως θα κριθεί το συνταγματικό ζήτημα. Έτσι η υπόθεση αναβλήθηκε από το ίδιο το ΣτΕ, επειδή δεν ήταν έτοιμη η απόφαση της Ολομέλειας ακόμη, για τον Νοέμβρη και μετά για τον Δεκέμβρη και μετά για τον Φεβρουάριο. Ήταν σαφές πια ότι το σχολικό έτος προχωρούσε χωρίς το ΣτΕ να είναι σε θέση να προστατεύσει αποτελεσματικά και άμεσα τα ατομικά δικαιώματα των παιδιών, αναμένοντας τι θα έλεγε η Ολομέλεια σε άλλη υπόθεση για προηγούμενο προγραμμα σπουδών (αποφάσεις Φίλη). Τον Ιανουαρίο του 2018 αποφασίσαμε λοιπόν ότι η Ελλάδα δεν μας παρέχει αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα για την προστασία των δικαιωμάτων μας και γι' αυτό θεωρήσαμε ότι εξαντλήθηκαν τα εθνικά ένδικα μέσα και προσφύγαμε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Είχαμε δίκιο, γιατί και τον Φεβρουάριο του 2018 το ΣτΕ ανέβαλε την υπόθεση για τον Απρίλιο.

Τον Μάρτιο, μετά την δημοσίευση την απόφαση 660/2018 της Ολομέλειας του ΣτΕ που κρίθηκε ότι το μάθημα των θρησκευτικών πρέπει να έχει υποχρεωτικά ομολογιακό χαρακτήρα, ακυρώνοντας τις προηγούμενες υπουργικές αποφάσεις Φίλη που δεν τον είχαν, ο Αρχιεπίσκοπος δήλωσε (21.3.2018): «Σεβόμαστε πάντα τις αποφάσεις των δικαστηρίων. Αυτό το θέμα έχει μία συνέχεια. Έχουμε συμφωνήσει με το υπουργείο η Εκκλησία και η Πολιτεία να συνεχίσουν την συνεργασία τους, ώστε αυτό που θα βγει στο τέλος να γίνει βιβλίο». 



Τον ίδιο μήνα όμως, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αποφάσισε να κοινοποιήσει την υπόθεση στην Ελληνική Κυβέρνηση, απευθύνοντας και τέσσερα ερωτήματα. Στην σχετική δικαστική πράξη αναφέρεται ότι το ΕΔΔΑ προχωρεί σε αυτή την ενέργεια παρά το γεγονός ότι εκκρεμεί η υπόθεση στο ΣτΕ, λαμβάνοντας υπόψη τις διαδοχικές αναβολές που έδωσε το ίδιο το ΣτΕ στην εκδίκαση της υπόθεσης και λαμβάνοντας υπόψη ότι οι προσφεύγοντες άμεσα υπέβαλαν το καλοκαίρι τις αιτήσεις ακύρωσης χωρίς να χάσουν χρόνο. 


Το ΕΔΔΑ θέτει στο επίκεντρο την διαδικασία απαλλαγής των μαθητών από το υποχρεωτικό μάθημα των θρησκευτικών, ζητώντας από την Κυβέρνηση να απαντήσει, πώς γίνεται με το σύστημα αυτό να μην παραβιάζεται ο ιδιωτικός βίος των μαθητών και των γονέων που είναι υποχρεωμένοι να αποκαλύψουν θρησκευτικές πεποιθήσεις με υπεύθυνες δηλώσεις που παραμένουν στα αρχεία των σχολείων και που ο διευθυντής του σχολείου καλείται να διαπιστώσει την εγκυρότητά τους. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι το ΕΔΔΑ ρωτάει την Κυβέρνηση εάν είναι σε θέση να εξασφαλίσει ένα μάθημα θρησκευτικών που να είναι αντικειμενικό, κριτικό και πλουραλιστικό, σεβόμενο και το δικαίωμα των παιδιών για πρόσβαση σε ένα συμπεριληπτικό για όλους μάθημα χωρίς στιγματισμό, αλλά και το δικαίωμα των γονέων τους να αποφασίζουν για την θρησκευτική και φιλοσοφική εκπαίδευσή τους. 



Η Κυβέρνηση πρέπει να απαντήσει ως τις 16 Ιουλίου 2018 σε αυτά τα ερωτήματα. 



Πιο πριν όμως, έχει προγραμματιστεί εντός του Μαϊου η εκδίκαση της υπόθεσης αυτής από την Ολομέλεια του ΣτΕ. Έτσι, το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει την μοναδική ευκαιρία, ενώ η χώρα ελέγχεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου να δώσει λύση στο θέμα, εξετάζοντας πια το ζήτημα όχι από την πλευρά των χριστιανών που δεν ήθελαν τα παιδιά τους στα θρησκευτικά να διδάσκονται στοιχεία από άλλες θρησκείες, αλλά από την πλευρά των πολιτών που δεν επιθυμούν ένα ομολογιακό μάθημα που η απαλλαγή επιβάλλει την αποκάλυψη των πεποιθήσεών τους. 



Το ΣτΕ έχει την μοναδική ευκαιρία να δώσει με την απόφασή του στην Κυβέρνηση τις σωστές απαντήσεις προς το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, με την αναγκαία αυτοκριτική βέβαια, ώστε οι ενδιαφερόμενοι να αποκτήσουν πρόσβαση σε ένα μάθημα αντικειμενικό, πλουραλιστικό και κριτικό χωρίς παραβίαση δικαιωμάτων. Χωρίς να χρειαστεί να καταδικαστεί η Ελλάδα για άλλη μια φορά και μάλιστα για ζήτημα που αφορά την θρησκευτική ελευθερία. Την ίδια ακριβώς νομοθεσία εφαρμόζει επ' αυτού και το Ευρωπαϊκό και το Ελληνικό  Δικαστήριο, οπότε ξέρουμε ως χώρα τί πρέπει να κάνουμε, χωρίς να πρέπει να μας το πούν. Μπορούμε, όμως;






Τετάρτη, Απριλίου 04, 2018

Θεμελιώνοντας το δικαίωμα στην αγάπη

Η υπόθεση Κορτώ - Βερύκιου δεν είναι μια απλή περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας δια μ.μ.ε. και επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Δεν είναι μια συνήθης περίπτωση στάθμισης ανάμεσα στο έννομο αγαθό της τιμής αφενός και στην ελευθερία της έκφρασης αφετέρου. Η ίδια η δικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προχωρά πέρα από τις διατάξεις του δικαιώματος γνώμης, όπως και πέρα από τις διατάξεις των περιορισμών της ελευθερίας της έκφρασης. Αυτό που διαφοροποιεί την συγκεκριμένη υπόθεση από τις συνήθεις υποθέσεις δια του Τύπου είναι μια φράση μοναδικής συνταγματικής σημασίας που τίθεται στο επίκεντρο του δικανικού συλλογισμού, ότι δηλαδή η δημόσια έκφραση αγάπης του συγγραφέα για τον άντρα του  - η δήλωση "παραμένω αφοσιωμένος στα βιβλία και στον άνδρα μου" (και δεν κατεβαίνει υποψήφιος με το Ποτάμι) για την οποία κανιβαλίστηκε από τον Βερύκιο, εντάσσεται όχι απλά στο θεμελιώδες δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης ("το οποίο δεν αποστερείται ή περιορίζεται λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου", αναφέρει η απόφαση), αλλά πολύ περισσότερο, το Δικαστήριο ολοκληρώνει το βήμα αναγνωρίζοντας ότι ο ενάγων εκφράζοντας τον σεξουαλικό προσανατολισμό του, δήλωσε ότι ο ίδιος είναι και:

"μέλος μιας κοινωνικής ομάδας, μεταξύ των πολλών που συνθέτουν μια σύγχρονη και δημοκρατική κοινωνία, οι ερωτικές επιλογές της οποίας δεν αποδοκιμάζονται από την συνταγματική τάξη της χώρας, αλλά τουναντίον επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 2 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος να γίνονται απολύτως σεβαστές".

Σε αυτό το σημείο της απόφασης, το οποίο αποτελεί και την καρδιά του δικανικού συλλογισμού, τίθεται στο επίκεντρο η καταστατική αρχή της Πολιτείας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος:

"Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας".

Επομένως, το Δικαστήριο παραπέμποντας στο άρθρο 2 του Συντάγματος, αναγνωρίζει το "απολύτως σεβαστό" της ερωτικής επιλογής, ως αναπόσπαστο στοιχείο της υποχρέωσης σεβασμού και προστασίας της ανθρώπινης αξίας, δηλαδή της ανθρώπινης ιδιότητας. Προσβάλλοντας την ερωτική επιλογή ως προς τον ίδιο τον σεξουαλικό προσανατολισμό στρέφεσαι ενάντια στην ανθρώπινη αξία, δηλαδή βάλλεις κατά απόλυτης αξίας της ανθρώπινης ιδιότητας.  Το "απολύτως σεβαστες" σημαίνει ότι δεν νοούνται περιορισμοί στο δικαίωμα προστασίας. Σημαίνει ότι δεν σταθμίζουμε καν, όταν προσβάλλεται η ανθρώπινη ιδιότητα.

Αυτή η δικανική κρίση περιλαμβάνεται για πρώτη φορά σε δικαστική απόφαση αστικού δικαστηρίου στο πλαίσιο της προστασίας μιας δημόσιας ομολογίας αγάπης ενός προσώπου για τον ομόφυλο σύντροφό του. Η προέλευση της φράσης περί κοινωνικής ομάδας που οι ερωτικές επιλογές της προστατεύονται εντοπίζεται στην απόφαση 3490/2006 του Δ' Τμήματος Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία ακυρώθηκε το πρόστιμο του ΕΣΡ που επιβλήθηκε στο Mega Channel για την προβολή ενός φιλιού μεταξύ ανδρών στην σειρά "Κλείσε τα μάτια". Έκρινε, τότε, το ΣτΕ, τα εξής: " Με την παράσταση στην επίμαχη ενδιάμεση σκηνή της εκφράσεως ομοφυλόφιλης ερωτικής επιθυμίας, γίνεται παρουσίαση μίας υπαρκτής κοινωνικής πραγματικότητας, η οποία σχετίζεται με μία κοινωνική ομάδα, μεταξύ των πολλών, οι οποίες συνθέτουν μία ανοικτή και σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία, οι ερωτικές επιλογές της οποίας, όχι μόνο δεν αποδοκιμάζονται από την συνταγματική τάξη της χώρας, αλλά τουναντίον επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 2 (σεβασμός και προστασία της αξίας του ανθρώπου) και 5 παρ. 1 (προστασία της προσωπικής ελευθερίας), ως εκδήλωση ελεύθερης επιλογής των αποτελούντων αυτή, να γίνονται απολύτως σεβαστές και μπορούν να εκφράζονται στα έργα τέχνης, όπως εξ άλλου οι ερωτικές επιλογές και ευαισθησίες και των υπολοίπων ομάδων του πληθυσμού της χώρας." Η φράση αυτή χρησιμοποιήθηκε επίσης το 2009 από τον Συνήγορο του Πολίτη στο πόρισμά του για την αφαίρεση ενός γκέι φιλιου στην όπερα "Ρούσαλκα" από την Εθνική Λυρική Σκηνή. Ανέφερε τότε ο Συνήγορος του Πολίτη: "Η απόδοση ομοφυλοφιλικής ερωτικής επιθυμίας σε έναν ήρωα μυθοπλασίας και η εκδήλωσή της με ένα ερωτικό φιλί επί σκηνής, λαμβανομένης υπ' όψιν της εξέλιξης των κοινωνικών ηθών, ούτε αποτελεί "ακραία σκηνή", ούτε μπορεί να εκληφθεί ως προσβλητική προστατευόμενου έννομου αγαθού των φερομένων ως θιγόμενων από αυτό. [...] Η ομοφυλόφιλη ερωτική επιθυμία αποτελεί άλλωστε κοινωνικό δεδομένο και προστατεύεται στην συνταγματική μας έννομη τάξη , στο πλαίσιο της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος) και του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 του Συντάγματος). Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, η έκφρασή της στην τέχνη δεν την καθιστά, άνευ άλλου τινός επίμπεμπτη και δεν επιτρέπει την επιβολή περιορισμών, για τον λόγο και μόνο ότι αυτή εκφράζεται σε καλλιτεχνικό έργο και εκδηλώνεται με ένα ερωτικό φιλί επί σκηνής (βλ. και σχετική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ΣτΕ 3490/2006 με την οποία ακυρώθηκε επιβληθέν πρόστιμο από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηελόρασης σε τηλεοπτική εκπομπή για την παρουσίαση ερωτικού φιλιού μεταξύ ανδρών).” 

Η αναφορά σε "δημοκρατική κοινωνία" έλκει την καταγωγή της επίσης από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Στο άρθρο 10 της ΕΣΔΑ (ελευθερία έκφρασης), με σαφήνεια ανφέρεται ότι τα δικαιώματα έκφρασης συνεπάγονται καθήκοντα και ευθύνες που επιβάλλουν περιορισμούς στην έκφραση, εφόσον αυτοί οι περιορισμοί προβλέπονται από νόμο για την υπεράσπιση δίκαιων στόχων, ανάμεσα στους οποίους είναι και τα "δικαιώματα των άλλων" κι εφόσον οι περιορισμοί είναι αναγκαίοι σε μια δημοκρατική κοινωνία. Σύμφωνα με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, προκειμένου να εντοπιστεί αν ένας περιορισμός είναι "αναγκαίος σε μια δημοκρατική κοινωνία", αναζητείται μια "πιεστική κοινωνική ανάγκη" (pressing social need) που επιβάλλει τον περιορισμό. Στην περίπτωση της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, η πιεστική κοινωνική ανάγκη συνδέεται με την απαγόρευση των διακρίσεων για εγγενείς ή μόνιμες ιδιότητες, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνεται πλέον και ο σεξουαλικός προσανατολισμός, καθώς και η ταυτότητα φύλου. 

Αυτές οι νομικές κρίσεις που χρησιμοποιήθηκαν στο πλαίσιο της ελευθερίας της τέχνης, για πρώτη φορά αποτελούν τεκμηρίωση σε υπόθεση αστικού δικαστηρίου που αφορά την πραγματική ζωή. Οι κρίσεις αυτές είχαν χρησιμοποιηθεί επίσης σε ποινικές δίκες για ομοφοβικές εξυβρίσεις το 2011 (βλ. εδώ), με αποτέλεσμα πρωτόδικες καταδίκες οι οποίες δεν δικάστηκαν σε δεύτερο βαθμό, λόγω εξάλειψης αξιοποίνου λόγω του νόμου που καθάριζε τα πινάκια από υποθέσεις με ποινές κάτω του ενός έτους. 

Το αστικό δικαστήριο στην υπόθεση Κορτώ - Βερύκιου για πρώτη φορά θεμελιώνει τον περιορισμό της ελευθερίας έκφρασης του δημοσιογράφου, στην ανωτέρω καταστατική υποχρέωση της Πολιτείας: για να προστατευτεί  χωρίς διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού η ανθρώπινη αξία, η οποία προστατεύεται α π ο λ ύ τ ω ς, ήτοι δεν νοείται επιτρεπτή λεκτική κακοποίηση ενός ανθρώπου για την δημόσια δήλωση αγάπης και αφοσίωσης στον άνδρα του. Φυσικά δεν μπορούσε ένα αστικό δικαστήριο να χρησιμοποιήσει ως νομική βάση τον ποινικό αντιρατσιστικό Ν.4285/2014, ο οποίος εξάλλου όπως είναι πασίγνωστο ψηφίστηκε έξι (6) μήνες μετά την επίδικη εκπομπή. Το να λες ότι το Δικαστήριο δεν καταδίκασε όλα αυτά ως ομοφοβικό, μεταξύ άλλων, λογο (ενώ η απόφαση έχει κάνει  όλη την συνταγματική αναγωγή της ερωτικής επιλογής στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια)  επειδή δεν εφάρμοσε τον (όχι ακόμη σε ισχύ και πάντως ποινικό) αντιρατσιστικό νόμο είναι ο ορισμός του absurdum. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο δημοσιογράφος αμφισβήτησε την ειλικρίνεια των αισθημάτων του συγγραφέα προς τον σύντροφό του, αποκαλώντας τον συγγραφέα "παρθενοπόπη", λέγοντας "αυτοί δεν έχουν μόνο θηλυκό κορμί έχουν και θηλυκό μυαλό", λέγοντας ότι "όποιος δηλώνει πίστη στο σύντροφό του, που βγαίνει με τη ντουντούκα και το λέει είναι από τη φύση του αλανιάρης". Είναι ολοκάθαρο, ότι ο Βερύκιος επιτίθεται στην φύση του Κορτώ, στην ανθρώπινη ιδιότητά του, γι' αυτό αναφέρεται απαξιωτικά στο σώμα, το μυαλό και στην αναλήθεια "από την φύση του" των δηλώσεών του. Πρόκειται σαφέστατα όχι απλά για μια κοινή προσβολή προσωπικότητας, αλλά για αμφισβήτηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, καθώς η επίθεση εστιάζει στην φ ύ σ η του άλλου. Το Δικαστήριο απέρριψε αυτούς τους ισχυρισμούς ως προσβλητικούς και αναληθείς, αναγνωρίζοντας ότι ο δημοσιογράφος διέδωσε ψεύδη εν γνώση της αναλήθειας τους. 

Περαιτέρω, το Δικαστήριο αναγνώρισε και ότι οι ισχυρισμοί του δημοσιογράφου ότι δήθεν ο συγγραφέας είχε "στήσει" το σκηνικό της απόρριψης της συμμετοχής του στην πολιτική με τον Σταύρο Θεοδωράκη ήταν αναληθείς. Και αυτό το σκέλος της απόφασης δεν είναι άσχετο με το ομοφοβικό παραλήρημα, αφού ο δημοσιογράφος είπε ότι όλο αυτό στήθηκε για να περάσει ο συγγραφέας το δικό του μήνυμα υπέρ τάχα της ομοφυλοφιλίας ("την δική του καυλάντα", όπως χυδαία τόλμησε να ξεστομίσει σε δημόσια ραδιοφωνική συχνότητα που αποτελεί κρατικό πόρο.). Η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών θεμελιώνεται κατά την απόφαση στην υπαιτιότητα του δημοσιογράφου, ο οποίος διαδίδει αυτά τα τερατώδη ψεύδη περί κατασκευασμένου δήθεν περιστατικού απόρριψης πρότασης καθόδου στην πολιτική, χωρίς βέβαια να έχει πραγματοποιήσει την παραμικρή επιβεβαίωση της ακρίβειας τους γεγονότος που ανεπιφύλακτα διαδίδει. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο με πολύ μεγάλη σαφήνεια έχει διαχωρίσει την αξιολόγηση ανάμεσα σε διάδοση πραγματικών γεγονότων αφενός και δημοσιογραφικών κρίσεων αφετέρου: ενώ τα πρώτα αποδεικνύονται ως αληθή ή ψευδή, στις δεύτερες υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία έκφρασης, εφόσον όμως ανάγονται σε μια επαρκή πραγματική βάση (factual basis) και δεν τα βγάζει από το μυαλό του ο δημοσιογράφος επί μη γενομένων. Τα "καθήκοντα και ευθύνες" που αναφέρει το άρθρο 10 ("ελευθερία της έκφρασης") της ΕΣΔΑ στην δεύτερη παράγραφο περιλαμβάνουν το σύνολο των "συναλλακτικών υποχρεώσεων του Τύπου" όπως αυτά έχουν διαπλασθεί από την νομολογία, σύμφωνα και με τους δεοντολογικούς κανόνες των ενώσεων συντακτών. Ανάμεσα στα συναλλατικά ήθη του Τύπου (ειδική περίπτωση συναλλακτικών ηθών που αναφέρονται στην γενική μορφή τους και στο άρθρο 288 του Αστικού Κώδικα), περιλαμβάνουν την υποχρέωση ελέγχου της ακρίβειας της είδησης, το "καθήκον αλήθειας" του δημοσιογράφου. Στο καθήκον αλήθειας περιλαμβάνεται και η προηγούμενη επικοινωνία με τους ενδιαφερόμενους πριν την δημοσιοποίηση της "είδησης", άλλως την μνεία ότι δεν κατέστη εφικτή η επικοινωνία, την τήρηση επιφυλάξεων κ.τ.λ. Εάν δεν τηρηθούν τα συναλλακτικά ήθη του Τύπου, τότε υπάρχει υπαιτιότητα που, δεδομένης της αντικειμενικής ευθύνης που κατοχυρώνει η ειδική νομοθεσία περί αστικής ευθύνης του Τύπου για τους ιδιοκτήτες των ΜΜΕ στον ν.1178/1981, ενισχύει και την υποκειμενική υπόσταση στο σκέλος της ποινικής ευθύνης: όταν ένας δημοσιογράφος ενώ οφείλει να ελέγξει την αλήθεια, εν γνώσει του παραλείπει την υπόχρέωσή του, έχει τελικά γνώση ότι αυτό που θα δημοσιοποιήσει είναι ατεκμηρίωτο. Όταν το έχει βγάλει και τελείως από το κεφάλι του, έχει γνώση ότι είναι αναληθές. Άρα, όχι απλή δυσφήμηση. Όταν το αναληθές που δημοσιοποιεί ένας δημοσιογράφος οφείλεται στις δεδηλωμένες ομοφοβικές προκαταλήψεις που έχει για τον άλλον απλά και μόνο επειδή έχει δηλώσει ότι είναι γκέι, τότε έχουμε ούλτρα ενισχυμένο δόλο: ομολογία της υποκειμενικής υπόστασης. Όλα αυτά δεν έχουν καμία σχέση με την ελευθερία της έκφρασης, όταν εκτοξεύονται σε κρατικό πόρο, όπως είναι οι ραδιοφωνικές συχνότητες. Είναι ιδιωτικοποιημένη μορφή ενάσκησης ελέγχου σε κρατικό πόρο. Είναι μορφή εξουσίας.

Μια άλλη πολύ ενδιαφέρουσα πτυχή της απόφασης είναι ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι ο Βερύκιος μιλώντας στο θηλυκό για τον Κορτώ ("παρθενοπόπη", "μόνη της δήλωσε ότι είναι γυναίκα", "κυρα - Αυγουστίνα"), 

"προσέβαλε αναμφίβολα την ταυτότητα φύλου του ενάγοντα, ως άνδρα, υπονοώντας ότι αφού είναι ομοερωτικό άτομο, δεν ανήκει στο ανδρικό αλλά στο γυναικείο φύλο. Η παράφραση του ονόματος, με το οποίο  ο  ενάγων είναι ευρύτατα γνωστός στο αναγνωστικό κοινό (Αύγουστος Κορτώ - κυρα  Αυγουστίνα) και η χρήση αυτού σε θηλυκό γένος εκφράζουν, κατά την κοινή αντίληψη, σαφή περιφρόνηση στο πρόσωπο του ενάγοντα, προσβάλλουν την προσωπικότητά του και βλάπτουν την τιμή και την υπόληψή του αποσκοπώντας στον εξευτελισμό του". 

Σε αυτό το σημείο δηλαδή το Δικαστήριο καθιστά σαφές ότι η ταυτότητα φύλου αποτελεί έννομη κατηγορία εντελώς διαφορετική από τον σεξουαλικό προσανατολισμό ενός ατόμου και ότι τα μέσα ενημέρωσης οφείλουν να σέβονται την διάκριση και να μην προχωρούν σε αθέμιτες και εξευτελιστικές χρήσεις αντωνυμιών και επιθέτων με βάση τις ομοφοβικές ή και τρανσφοβικές προκαταλήψεις που μπορεί να έχει ο κάθε δημοσιογράφος. 

Συνολικά, η πρωτόδικη απόφαση καθιστά σαφές ότι δεν είναι πλέον ανεκτές τέτοιες προκαταλήψεις από το συνταγματικό, το ευρωπαϊκό και το εν γένει ισχύον δίκαιο και ότι όταν προσωποποιούνται ως προσβολές στοχεύουν σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας με αποτέλεσμα οι απαγορεύσεις να είναι απόλυτες όσον αφορά τις λεκτικές κακοποιήσεις για αυτά τα θέματα. 





Κυριακή, Μαρτίου 04, 2018

Συμμόρφωση δικηγόρων με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων

Πολύ συχνά τίθεται το ερώτημα εάν ο δικηγόρος ως υπεύθυνος επεξεργασίας ή ως εκτελών την επεξεργασία έχει την υποχρέωση να τηρεί τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων. Στις "Κατευθυντήριες γραμμές για τους Υπεύθυνους Προστασίας Δεδομένων", η Oμάδα εργασίας για την προστασία προσωπικών δεδομένων έχει γνωμοδοτήσει ότι ο "ιδιώτης δικηγόρος" δεν εμπίπτει στην κατηγορία όσων επεξεργάζονται ως βασική δραστηριότητα με τακτική και συστηματική παρακολούθηση προσωπικά δεδομένα σε μεγάλη κλίμακα. Αυτό όμως σημαίνει απλά ότι οι δικηγόροι δεν έχουν υποχρέωση ορισμού ΥΠΔ. Το ίδιο έκρινε και η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα στις "Ερωτήσεις & Απαντήσεις" για τους ΥΠΔ που έδωσε στην δημοσιότητα στις 27.2.2018.

Την απάντηση για την συμμόρφωση των δικηγόρων προς τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων δίνει το Συμβούλιο των Δικηγορικών Συλλόγων και Ενώσεων της Ευρώπης (CCBE), στο έγγραφό  που δημοσίευσε στις 19.5.2017 του με τίτλο:


Το έγγραφο αναφέρει από την αρχή ότι απευθύνεται κατά κύριο λόγο σε δικηγορικά γραφεία που απασχολούν λιγότερους από 250 εργαζόμενους (το όριο βάσει του οποίου η Σύσταση 2003 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καθορίζει εάν μια επιχείρηση είναι μεσαία, μικρή ή πολύ μικρή, οπότε και απαλλάσσεται κατά κανόνα από την υποχρέωση του άρθρου 30 για την τήρηση αρχείων δραστηριοτήτων επεξεργασιών, με εξαιρέσεις). Το CCBE εστιάζει στα εξής κεφάλαια συμμόρφωσης:

Α. Γνωστοποίηση παραβίασης προσωπικών δεδομένων στην Αρχή 

Είναι η υποχρέωση που έχει ο υπεύθυνος επεξεργασίας να γνωστοποιεί μια παραβίαση δεδομένων στην Αρχή, εκτός αν συντρέχουν μια σειρά από εξαιρέσεις. Το CCBE αναφέρει ότι τα δικηγορικά γραφεία πρέπει να έχουν εσωτερική διαδικασία για τον χειρισμό παραβιάσεων προσωπικών δεδομένων και μηχανισμό για την γνωστοποίηση τους στην Αρχή. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, το δικηγορικό γραφείο πρέπει να ενημερώσει απευθείας τον πελάτη (άρθρο 34). Το CCBE αναφέρει επίσης ότι αναμένονται και οι κατευθυντήριες γραμμές του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων κατά το άρθρο 70 (1) (ζ) και (η) όσον αφορά συστάσεις και καλές πρακτικές για την α) τεκμηρίωση παραβάσεων, β) καθορισμό του "αμελλητί", γ) περιστάσεις υπό τις οποίες επιβάλλεται η γνωστοποίηση στην Αρχή ή στους πελάτες. 

Β. Δικαίωμα στην λήθη

Είναι το δικαίωμα που έχει το υποκείμενο των δεδομένων για διαγραφή των στοιχείων του, χωρίς καθυστέρηση. Το CCBE αναφέρει ότι αυτό προφανώς δεν κατισχύει των νομικών υποχρεώσεων για διατήρηση δεδομένων για μια καθορισμένη χρονική περίοδο, για παράδειγμα για λόγους συμμόρφωσης προς φορολογικές υποχρεώσεις. 

Γ. Υπεύθυνος Προστασίας Δεδομένων

Το CCBE επισημαίνει ότι κατά το άρθρο 9 του ΓΚΠΔ επιτρέπεται η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων για την απόδειξη, την ενάσκηση και την υπεράσπιση έννομων αξιώσεων ή στο πλαίσιο ενάσκησης δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων από τα διακστήρια. Ωστόσο, η επεξεργασία αυτών των δεδομένων σε μεγάλη κλίμακα, επιβάλει τον ορισμο του ΥΠΔ. Το CCBE θεωρεί ότι οι μικρότερες δικηγορικές εταιρίες μπορεί να έχουν υποθέσεις με μεγάλο αριθμό δεδομένων, αλλά σίγουρα οι μεμονωμένοι δικηγόροι δεν θα εμπίπτουν στην υποχρέωση ορισμού ΥΠΔ.

Δικηγόροι ως ΥΠΔ

Το CCBE αναφέρει ότι ένας δικηγόρος μπορεί να θεωρείται το πιο κατάλληλο πρόσωπο ως ΥΠΔ, αλλά σημειώνει ότι έχοντας υπόψη την ποικιλία καθηκόντων που επιβάλει στον ΥΠΔ ο Κανονισμός, το πρόσωπο που θα οριστεί ως ΥΠΔ θα πρέπει να έχει κι άλλα προσόντα πέραν της νομικής κατάρτισης. 

Έπειτα το CCBE επισημαίνει την σύγκροση συμφερόντων που μπορεί να προκύψει αν ο πελάτης ορίσει ως ΥΠΔ τον δικηγόρο του. Η ιδιότητα του ΥΠΔ ως "σημείου επικοινωνίας" της Αρχής με τον υπεύθυνο επεξεργασίας, είναι ένας ρόλος που επιβάλλει ακόμη κι ενημέρωση της Αρχής για θέματα που μπορεί να είναι εναντίον των συμφερόντων του υπεύθυνου επεξεργασίας, ενώ ταυτόχρονα οφείλει να εκπροσωπεί πλήρως ως δικηγόρος τα συμφέροντα του πελάτη. Γι' αυτό το CCBE συνιστά στους δικηγόρους να αναλαμβάνουν την αποστολή του ΥΠΔ για κάποιον ανεξάρτητο πελάτη εφόσον δεν έχουν ενεργήσει ως δικηγόροι τους σε υποθέσεις που μπορεί να έχουν σχέση με την σφαίρα ευθύνης του ΥΠΔ, αλλά και ούτε ως ΥΠΔ να ενεργούν ως δικηγόροι του πελάτη σε υποθέσεις στις οποίες εμπλέκονται και ως ΥΠΔ.

Δ. Εκτίμηση επιπτώσεων

Το CCBE αναφέρει ότι καθώς δεν υπάρχουν ακόμη πρότυπα πλαισίων εκτίμησης επιπτώσεων σε ειδικούς τομείς, αυτή η διαδικασία μπορεί να είναι ανέφικτη για μικρά δικηγορικά γραφεία. Γενικά, τα μικρά δικηγορικά γραφεία με λίγους εργαζόμενους γενικά δεν θα μπορούν να συμμορφωθούν με υποχρεώσεις που θα επέβαλαν π.χ. την απεγκατάσταση διαχείρισης πληροφοριακών συστημάτων. Το CCBE αναφέρει ότι δεν υπάρχουν ακόμη οδηγίες για την διεξαγωγή εκτίμησης επιπτώσεων, μια διαδικασία που είναι συνηθέστερη σε χώρες με κοινοδίκαιο, αναφέροντας ως παράδειγμα τον Κώδικα Εκτίμησης Επιπτώσεων Ιδιωτικότητας του 2014 που δημοσίευσε ο Επίτροπος Πληροφοριών του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και το Εγχειρίδιο Εκτίμησης Επιπτώσεων Ιδιωτικότητας που δημοσίευσε το 2015 η γαλλική Αρχή Προστασίας Προσωικών Δεδομένων. Η Ομάδα Εργασίας του άρθρου 29 θεωρεί ως πρότυπο εκτίμησης αντικτύπου το "Πλαίσιο Εκτίμησης Επιπτώσεων για Ιδιωτικότητα και Προστασία Δεδομένων σε εφαρμογές RFID" του 2011, μια συμφωνία επιχειρήσεων κατόπιν σύστασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Αυτά όμως αναφέρει το CCBE δεν προσφέρονται για χρήση από δικηγόρους και αναμένονται πιο αναλυτικοί κανόνες σε εθνικό επίπεδο. 


Ε. Φορητότητα των δεδομένων 

Τα υποκείμενα των δεδομένων έχουν το δικαίωμα να λάβουν από τον υπεύθυνο επεξεργασίας αντίγραφα των προσωπικών δεδομένων τους που υποβάλλονται σε επεξεργασία. Το άρθρο 20 του Κανονισμού αναφέρει ότι αυτά χορηγούναι σε ένα κοινά αναγνώσιμο μορφότυπο, ενώ η Ομάδα Εργασίας του άρθρου 29 έχει δημοσιεύσει κατευθυντήριες γραμμές για το δικαίωμα στην φορητότητα. Το CCBE αναγνωρίζει ότι οι δικηγόροι χρησιμοποιούν ως μορφότυπους το Microsoft Word και το pdf. Αναφέρει όμως ότι μερικές φορές ο ακριβής μορφότυπος μεταφοράς μιας δικογραφίας από το ένα γραφείο στο άλλο είναι ήδη εστία διαφωνιών ανάμεσα σε δικηγόρους. Γι' αυτό το θέμα χρειάζεται ειδικότερη ρύθμιση από τους δικηγορικούς συλλόγους. 

ΣΤ. Παρακολούθηση παραλαβής προσωπικών δεδομένων 

Οι υπεύθυνοι επεξεργασίας δεδομένων υποχρεούνται να μπορούν να παρακολουθούν τους παραλήπτες προσωπικών δεδομένων που αφορούν συγκεκριμένο άτομο (τουλάχιστον, όνομα και ηλεκτρονικά στοιχεία επικοινωνίας). Πρόκειται επίσης για μια υποχρέωση που συχνά μπορεί να καλυφθεί από δικηγορικά γραφεία μόνον εάν γίνουν ορισμένες αλλαγές στα συστήματα πληροφορικής τους (για παράδειγμα, η διαμόρφωση του συστήματος με τέτοιο τρόπο ώστε να υπάρχει αξιόπιστη καταγραφή των αποδεκτών προσωπικών πληροφοριών).






















Σάββατο, Μαρτίου 03, 2018

The greek courts case law on gender identity

There are some members of Parliament who ignore or underestimate the greek courts' case law on gender identity. At the same time, the explanatory report to the draft statute on legal recognition of gender identity refers to only the first relevant judgment. Therefore I hereby publish a list of the FINAL courts' judgments on the alteration of identity documents without surgical reassignment of genitals.

Judgment Nr. 418/2016 of the Athens Magistrate's Court 
This is the first judgment on a trans man case (female to male) who had undergone mastectomy and hormone treatment, without reassignment of female genitals. The court found that the obligatory sterilisation consists a violation of the right to respect private life (article 8 to ECHR) and the rights to equal treatments and non discrimination (articles 2 and 26 International Covenant on Civil and Political Rights). 

Judgment Nr. 1572/2016 of the Athens Magistrate's Court
This is the first judgment which includes a definition of "gender identity", as the "personal and inner experience of gender that may be not in line with the sex assigned at birth and may include the personal feeling of the body and gender (i.e. the gender expression which may be expressed with the dressing style, the manner of speaking, the manners of behaviour). This is a case of a trans man (female to male) without mastectomy, without surgical reassignment of genitals. The court found that even the hormone treatment is an excessive demand. Since the age of 4 years old the applicant's personality developed with the characteristics that are closer to male individuals and his preferences in appearance and in free time activities where similar to the choices of male individuals that the ones of the females. "Further, from adolescence the applicant feels attracted to female individuals without feeling homosexual rather than a male".

Judgment Nr. 1479E/2016 of the Thessaloniki Magistrate's Court
This is the first judgment of the Thessaloniki Magistrate's Court on a trans man case (female to male). "Sine the age of 9, the manner that the applicant was experiencing her gender did not correspond to her appearance, while from the attached photos it is obvious that her preferences from her youth (dressing, shoes, appearance etc.) was closer to a male's choice. [...] Official documents that identify the applicant as a female cause several serious problems, namely the barriers to confirm identifying data at several transactions with public services as well as with other entities (i.e. tax authorities, banks, post offices). Furthermore the access to medical services is a constant cause of stress and misunderstanding since the person is obliged to illustrate that its real identity is not in conformity with its official documents. Lastly, the incompetence of having issued new identity and travel documents consists a serious barrier in case of travelling abroad while this is crucial for the applicant due to medical reasons. The registration of the applicant status as a female causes serious damage to its legal interests and has important impact to its transactions and its personality rights. 

Judgment Nr. 572/2017 of the Athens Magistrate's Court

This is the first Greek judgment on a trans woman case (male to female) that had undergone only hormone treatment, without breast or genitals surgery.

Judgment Nr. 604/2017 of  the Athens Magistrate's Court

A case of a trans woman (female to male) without homorne treatment or surgery. From the age of 17 the applicant had made known to persons close to her that the way she understands her gender does not correspond with her appearance, while the photographs she attached demonstrate that from early years her choices in clothing, attitude etc. were feminine.

Judgment Nr. 281E/2017 of the Thessaloniki Magistrate's Court

This is a case of a male-to-female citizen. The court applies all the above mentioned case-law plus article 2 of the International Covenant on Economic, Social and Cultural Rights.  The court accepts its jurisdiction notwithstanding
the relevant registry was not that of Thessaloniki but of Chalkida.

Judgment Nr. 146/2017 of the Amarousion Magistrate's Court

The court in this female-to-male judgment refers to the Charter of Fundamental Rights of the European Union (right to health).

Judgment Nr. 1147/2017 of the Thessaloniki Magistrate's Court

This is the first  northern Greece case of a male-to-female  with just a breast surgery.

Judgment Nr. 1708/2017 of the Athens Magistrate's Court

This is the first case of gender identity legal recognition of a female to male citizen. The novelty is that the judgment does no refer to the previous relevant case law, while it follows its very wording.

Judgment Nr. 672018 of the Amarousion Magistrate's Court

This is the first case on legal recognition of a non binary person. The court recognised the non - binary identity and accepted the modification of its birth certificate with regard the person's name (Jason - Antogone). Nevertheless it rejected the request for deletion of the gender sign from the registry. The case is pending before the appeals court.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 28, 2018

Καλλιέργεια κάνναβης υπό όρους για ιατρική χρήση

Το 1970 η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα θέσπισε τον Κανονισμό 1308/70 «περί κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα του λινού και της κάνναβης». Από τότε θεσπίστηκε και τέθηκε σε ισχύ σειρά ευρωπαϊκών Κανονισμών για την κλωστική κάνναβη (cannabis sativa), καθώς και για την χορήγηση ενίσχυσης της παραγωγής της ανά στρέμμα.
Όταν η Ελλάδα προσχώρησε στην ΕΟΚ το 1979 υπήρχε ήδη η σχετική νομοθεσία.
Την δεκαετία του 1990 εμφανίστηκαν τα πρώτα καταστήματα πώλησης προϊόντων κλωστικής κάνναβης (ρούχων, αξεσουάρ, σαμπουάν, καλλυντικών κτλ). Κάποιοι εντελώς αμόρφωτοι έστησαν ένα δικαστικό και αστυνομικό κυνηγητό. Όλοι οι επιχειρηματιες αθωώθηκαν πανηγυρικά: η ευρωπαϊκή νομοθεσία ήταν σαφέστατη και δεν άφηνε καμία αμφιβολία ότι δεν πρόκειται για απαγορευμένο ναρκωτικό. 
Η κυβέρνηση Σαμαρά το 2013 είχε την ευθύνη για τον νέο νόμο περί ναρκωτικών, τον Ν.4139/2013 (ΦΕΚ Ά 74/20.3.2013). Στο άρθρο 1 παρ. 3 αυτού του νόμου αναφέρεται καθαρά ότι στις απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες ΔΕΝ περιλαμβάνονται τα προϊόντα κάνναβης του είδους Cannabis Sativa L μέχρι 0.2% περιεκτικότητας σε τετραυδροκανναβινόλη (ΤHC).
Άρα η Ν.Δ. δεν είχε κανένα πρόβλημα όταν ήταν κυβέρνηση να νομοθετήσει αυτό που ούτως ή άλλως επιτρέπεται από την δεκαετία του 1970. Σήμερα λοιπόν γιατί μας λέει ότι η νομιμοποίηση της καλλιέργειας για ιατρική χρήση κάνναβης υπό όρους ανοίγει τον δρόμο για την αποποινικοποίηση των ναρκωτικών; Με τις τσάντες, τα μπλουζάκια και τα καλλυντικά από κάνναβη δεν είχε πρόβλημα και έχει με τα φάρμακα των ασθενών;

Σάββατο, Φεβρουαρίου 24, 2018

To νομοσχέδιο για τα προσωπικά δεδομένα

Την Τετάρτη ήμουν στην Κύπρο για την παρουσίαση του βιβλίου μου ("Υπεύθυνος Προστασίας Δεδομένων") και προσκεκλημένη ήταν η Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και Επίτροπος Πληροφοριών κα Λοϊζίδου. Από το βήμα της εκδήλωσης η Επίτροπος είπε ότι το κυπριακό νομοσχέδιο για την υποδοχή των διατάξεων του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων θα είναι έκτασης 29 άρθρων. Δηλαδή η Κύπρος θα προχωρήσει σε ορισμένες τροποποιήσεις στο υφιστάμενο νομικό πλαίσιο για την προστασία προσωπικών δεδομένων.

Σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση, η Ελληνική νομοπαρασκευαστική επιτροπή παρέδωσε σε δημόσια διαβούλευση (που ισχύει μέχρι τις 5.3.2018) ένα νομοσχέδιο 73 άρθρων και 87 σελίδων, το οποίο δεν υποδέχεται απλώς τον Γενικό Κανονισμό αλλά προχωρά και σε συνολική κωδικοποίηση των διατάξεων για τα προσωπικά δεδομένα (έχει π.χ. διάταξη για την λειτουργία κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης που μέχρι τώρα αποτελούσε θέμα της Οδηγίας της ΑΠΔΠΧ 1/2011) και σε ενσωμάτωση της Οδηγίας 2016/680 για την προστασία δεδομένων από τις διωκτικές και προανακριτικές αρχές και τις εισαγγελίες. Με το νομοσχέδιο αυτό επιχειρείται επίσης η κατάργηση του Ν.2472/1997 που μέχρι σήμερα ήταν το γενικό εθνικό πλαίσιο για την προστασία δεδομένων.

Ας ξεκαθαρίσουμε πρώτα ότι ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων έχει άμεση εφαρμογή για όλα τα κράτη μέλη, πράγμα που σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να "ενσωματωθεί" στο εθνικό δίκαιο με ειδικές διατάξεις, όπως θα έπρεπε εάν ήταν Οδηγία κι όχι Κανονισμός. Όμως, ο Γενικός Κανονισμός έρχεται να μεταβάλει πολλά από τα ισχύοντα στην προστασία προσωπικών δεδομένων κι επομένως χρειάζονται τροποποιήσεις στο εθνικό δίκαιο. Για παράδειγμα, ο κατάλογος των "ευαίσθητων δεδομένων" που περιέχει ο Γενικός Κανονισμός έχει διαφοροποιήσεις από τον κατάλογο των "ευαίσθητων δεδομένων" που περιέχει ο Ν.2472/1997. Οπότε η νομοπαρασκευαστική επιτροπή έπρεπε αρχικά να επιλέξει: λεπτομερειακές τροποποιήσεις και διατήρηση του Ν.2472/1997 ωστε να "υποδεχθεί", χωρίς αντινομίες, τον ΓΚΠΔ ή πλήρη κατάργηση του Ν.2472/1997 και εξαρχής σύνταξη ενός συνολικού εθνικού νομοθετήματος για την προστασία προσωπικών δεδομένων; Η νομοπαρασκευαστική επιτροπή επέλεξε την δεύτερη λύση. Αμφιβάλλω, όμως, για το κατά πόσον είχε αυτή την αποστολή, σύμφωνα με την υπουργική απόφαση για την σύσταση και την συγκρότησή της. Διότι εάν θέλαμε ένα συνολικό, γενικό, εθνικό νομοθέτημα για την προστασία προσωπικών δεδομένων, θα έπρεπε να εξεταστούν και πολλά ακόμη ζητήματα, όπως για παράδειγμα το οργανωτικό σκέλος που αφορά την σύσταση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα: εξακολουθούμε να χρειαζόμαστε μια 7μελή Αρχή με τους 7 αναπληρωματικούς της ή μήπως πρέπει να ακολουθήσουμε το μοντέλο της Κύπρου και πολλών άλλων ευρωπαϊκών χωρών με μονοπρόσωπα όργανα (Επιτρόπους) που λειτουργούν με μεγαλύτερη ευελιξία και συγκεντρώνουν επίσης την αρμοδιότητα της πρόσβασης στα ανοιχτά δεδομένα;

Ήδη από το 2ο άρθρο, του πεδίου εφαρμογής, φαίνεται κάτι σαν αδιέξοδο. Ένας εθνικός νόμος για την προστασία προσωπικών δεδομένων είναι γενικής εφαρμογής: περιέχει διατάξεις για το σύνολο του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Ο ΓΚΔΠ όμως, ως ενωσιακό δίκαιο, αναγκαστικά ρυθμίζει τις επεξεργασίες που διέπονται μόνο από το ενωσιακό δίκαιο, αφήνοντας έξω τους τομείς της εθνικής δικαιοσύνης, των διωκτικών αρχών, αλλά και των υπηρεσιών εθνικής άμυνας και ασφάλειας. Ενώ αυτές οι εξαιρέσεις είναι αυτονόητες για ένα ενωσιακό νομοθέτημα όπως ο ΓΚΠΔ, δεν είναι καθόλου σαφές για ποιόν λόγο θα πρέπει αυτές οι "ασυνέχειες" να επαναλαμβάνονται στο εθνικό νομοθέτημα για την προστασία δεδομένων, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 2, το οποίο αντιλαμβάνεται ότι ισχύει άλλο καθεστώς προστασίας δεδομένων για τις διωκτικές αρχές, άλλο για την εθνική άμυνα κι άλλο για όλα τα υπόλοιπα. Δεν χρειάζονταν όλα αυτά, κατά την γνώμη μου. Αντιλαμβάνομαι την ανάγκη της κωδικοποίησης, αλλά εκ των πραγμάτων δεν μπορείς να κωδικοποιήσεις δύο νομοθετήματα που έχουν διαφορετική τυπική ισχύ, δηλαδή έναν Ευρωπαϊκό Κανονισμό με έναν εθνικό νόμο. Πάντοτε ο Κανονισμός θα κατισχύει, οπότε η άνιση τυπική ισχύς των διατάξεων εισάγει την ένταση στο ίδιο το πεδίο του εθνικού νόμου. Κι αυτό είναι πιο ορατό από κάθε άλλο σημείο του νομοσχεδίου, στο άρθρο 2, το οποίο από σκοπιάς εθνικού δικαίου φαίνεται ακατανόητο. Το άρθρο 2 είναι το πιο ισχυρό επιχείρημα για το οποίο θα αρκούσαν ορισμένες τροποποιήσεις του Ν.2472/1997 για λόγους ασφάλειας δικαίου,  κι όχι η μαξιμαλιστική λύση. Διότι όσο κι αν κωδικοποιηθεί το εθνικό δίκαιο, ο δυισμός του να έχουμε Γενικό Κανονισμό ΚΑΙ εθνική νομοθεσία, απλά δεν πρόκειται να αποφευχθεί. Θα έπρεπε να επιδιωχθεί η ελαχιστοποίηση των παρεμβολών της υπάρχουσας εθνικής νομοθεσίας κι όχι η εξ αρχής κατάστρωσή της.

Στο άρθρο 3, το νομοσχέδιο επαναλαμβάνει τον κατάλογο ορισμών του ΓΚΠΔ (που δεν χρειάζεται να γίνουν εθνικό δίκαιο, παρεκτός των σημείων που ο Ν.2472/1997 αποκλίνει), μαζί με τους ορισμούς της Οδηγίας 2016/680 που χρειάζεται να γίνει εθνικό δίκαιο, για λόγους εκπλήρωσης της υποχρέωσης ενσωμάτωσης. Ορθά η νομοπαρασκευαστική επιτροπή μεταφράζει το "sexual orientation" ως σεξουαλικό προσανατολισμό κι όχι ως "γενετήσιο προσανατολισμό", όρο στον οποίο επιμένει ο αρτηριοσκληρωτικός ενωσιακός μεταφραστής.

Το άρθρο 5 περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τα κλειστά κυκλώματα τηλεόρασης, αναφέροντας εντός παρενθέσεως " άρθρο 6 του ΓΚΠΔ ", το οποίο όμως δεν αφορά ρυθμίσεις για τα κλειστά κυκλώματα τηλεόρασης, αλλά περιλαμβάνει τις νομιμοποιητικές βάσεις της επεξεργασίας (συγκατάθεση, σύμβαση, νομική υποχρέωση, ζωτικό συμφέρον, δημόσιο έργο, έννομο συμφέρον) και στην παρ. 3 αναφέρει ότι το εθνικό δίκαιο μπορεί για το "έννομο συμφέρον" να έχει ειδικές διατάξεις. Αυτές οι "ειδικές διατάξεις", κατά το νομοσχέδιο αφορούν τις κάμερες. Εδώ, όπως και στο άρθρο 28 (στο κεφάλαιο ενσωμάτωσης των διατάξεων για τις διωκτικές αρχές) η νομοπαρασκευαστική επιτροπή αυτοσχεδιάζει, παραθέτοντας διατάξεις για τις κάμερες, η λειτουργία των οποίων δεν αναφέρεται καν στον ΓΚΠΔ, αλλά ούτε και στην εναρμονιζόμενη Οδηγία 2016/680. Το άρθρο 5 δεν κωδικοποιεί ούτε τις προϋφιστάμενες διατάξεις του άρθρου 3 του Ν.2472/1997 για τις κάμερες, απλά θέτει εξ αρχής νέες διατάξεις. Oι χρόνοι διατήρησης του βιντεοληπτικού υλικού π.χ. διαφοροποιούνται από τις λεπτομερειακές ανά περίπτωση ρυθμίσεις της Οδηγίας 1/2011 της ΑΠΔΠΧ, ενώ δεν μνημονεύεται ο ρόλος που θα έχουν οι εισαγγελείς επί του βιντεοληπτικού υλικού, θέμα που ρυθμίζεται με κάποια σαφήνεια στον Ν.2472/1997.

To άρθρο 6 για την συγκατάθεση των παιδιών είναι μια απαραίτητη ρύθμιση, δεδομένου ότι και ο ΓΚΠΔ αναγνωρίζει ένα ηλικιακό όριο, από το οποίο μπορεί να αποκλίνει ο εθνικός νομοθέτης και αν ο εθνικός νομοθέτης δεν το ρυθμίσει θα δημιουργηθεί σημαντική ανασφάλεια δικαίου λόγω της συρροής των διατάξεων του ΑΚ για την ικανότητα προς δικαιοπραξία. Ωστόσο, η συντηρητική επιλογή της νομοπαρασκευαστικής για συγκατάθεση μετά το συμπληρωμένο 15ο έτος θα έρθει σε αντίθεση με την επιλογή του κυπριακού νομοσχεδίου για συγκατάθεση μετά το 13ο έτος. Καλό είναι να μην υπάρχουν τέτοιες αποκλίσεις ανάμεσα σε δύο χώρες που χρησιμοποιούν την ίδια γλώσσα, για ευνόητους λόγους.

Το νομοσχέδιο καταργεί τις άδειες της Αρχής για την επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, επιβάλλει όμως την "διαβούλευση" με την Αρχή για την έναρξη ορισμένων κατηγοριών επεξεργασιών που συνεπάγονται ιδιαίτερους κινδύνους. Έτσι εγκαταλείπεται ένα τυπικό κριτήριο (άδεια για τα ευαίσθητα) μ' ένα πιο ουσιαστικό κριτήριο (ιδιαίτεροι κίνδυνοι κ.τλ.), το οποίο ομως μπορεί να προκαλέσει πολλά ερωτηματικά και, τελικά, ανασφάλεια δικαίου. Διότι η διαβούλευση με την Αρχή είναι η νέα "άδεια της Αρχής": αν η διαβούλευση δεν έχει θετικό αποτέλεσμα, η επεξεργασία δεν επιτρέπεται.

Για τον Υπεύθυνο Προστασίας Δεδομένων, το νομοσχέδιο περιέχει μια εξουσιοδοτική διάταξη αναγνωρίζοντας στην Αρχή την αρμοδιότητα να συντάξει έναν κατάλογο με κατηγορίες οργανισμών που οφείλουν να ορίσουν ΥΠΔ. Στο άρθρο 14 του νομοσχεδίου αναφέρεται ότι τα δικαστήρια και οι εισαγγελίες δεν οφείλουν να ορίσουν ΥΠΔ. Ωστόσο, ο ΓΚΠΔ αναφέρει ότι τα δικαστήρια δεν οφείλουν, στο πλαίσιο των δικαιοδοτικών τους αρμοδιοτήτων, άρα οφείλουν να ορίσουν οι Γραμματείες των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, κάτι το οποίο πρέπει να αναφέρει ο εθνικός νόμος για να είναι σύμφωνος με τον ΓΚΠΔ. Σημαντική προσθήκη του νομοσχεδίου είναι ότι ο ορισμός του ΥΠΔ γίνεται για συγκεκριμένο χρόνο, κάτι το οποίο δεν ορίζεται από τον ΓΚΠΔ, αλλά επιβάλλεται από τις καλές πρακτικές που έχουν επικρατήσει για τους ΥΠΔ.

Το θέμα της πιστοποίησης διευκρινίζεται με το νομοσχέδιο, διαμορφώνοντας μια σαφή εικόνα: η Αρχή θα ορίσει τα κριτήρια της πιστοποίησης και το Εθνικό Σύστημα Διαπίστευσης Α.Ε. θα προχωρήσει στην διαπίστευση των φορέων που πραγματοποιούν την πιστοποίηση, σύμφωνα με το πρότυπο EN-ISO/IEC 17065/2012.Το ΕΣΥΔ μπορεί να ανακαλεί διαπιστεύσεις, ύστερα από γνώμη της Αρχής.

Πρωτότυπες διατάξεις περιέχει το νομοσχέδιο ως προς την προστασία προσωπικών δεδομένων των εργαζομένων. Ο ΓΚΠΔ απλώς επιτρέπει στο εθνικό δίκαιο την θέσπιση τέτοιων διατάξεων (κατά το άρθρο 88), ενώ ο Ν.2472/1997 ακροθιγώς μόνο περιείχε κάποιες απαλλακτικές ρήτρες για το θέμα αυτό (στο άρθρο 7Α). Μέχρι τώρα το θέμα ρύθμιζε η Οδηγία 115/2001 της Αρχής, ενώ αξιόλογες κατευθυντήριες οδηγίες έχουν δημοσιοποιηθεί από την Ομάδα Εργασίας του άρθρου 29 της Οδηγίας 95/46. Το άρθρο 17 του νομοσχεδίου περιλαμβάνει 22 παραγράφους που συνοψίζουν και διατυπώνουν ως νομικά δεσμευτικούς όρους της Οδηγίας 115/2001 (π.χ. για την συγκατάθεση).

Όλο το κεφάλαιο Γ του νομοσχεδίου στο οποίο ενσωματώνεται η Οδηγία 2016/680 είναι ουσιαστικά μια αναπαραγωγή των ίδιων των διατάξεων της Οδηγίας. Κατά την γνώμη μου, η πραγματική ενσωμάτωση της Οδηγίας αυτής προϋποθέτει την αναθεώρηση όλων των διατάξεων που διέπουν την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων από τις διωκτικές αρχές κι όχι απλά την μεταγραφή των γενικόλογων διατάξεων της Οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, γιατί έτσι παραμένουν οι αντινομίες και το έργο του εφαρμοστή των οικείων διατάξεων δεν διευκολύνεται, αλλά τελικά υπάρχει κίνδυνος ανάμεσα στην ασαφή ενωσιακή ρύθμιση και στην σαφέστατη αλλά αντίθετη εθνική ρύθμιση να "προτιμήθεί" η δευτερη. Μια σωστή ενσωμάτωση της Οδηγίας προϋποθέτει πλήρη χαρτογράφιση των διατάξεων που ισχύουν σε αστυνομίες, λιμενικά κτλ, την διάγνωση των νομοθετικών χασμάτων και μετά την άρση των αντινομιών με σαφείς διατάξεις. Μια σωστή διάταξη είναι αυτή στο άρθρο 30 που αναφέρεται στην συγκεκριμένη περίπτωση της δημοσιοποίησης στοιχείων, κατόπιν εισαγγελικής απόφασης, αλλά μετά την οδυνηρή περίπτωση της δημοσιοποίησης των στοιχείων των οροθετικών γυναικών του 2012, θα έπρεπε να υπάρχει και μια σύνδεση με την υποχρέωση διαγραφής καθώς και με το δικαίωμα στην λήθη για τις τρίτες ιστοσελίδες που αναπαράγουν την εισαγγελική δημοσιοποίηση. Για τους Υπεύθυνους Προστασίας Δεδομένων των διωκτικών αρχών, τα άρθρα 48-50 απλώς επαναλαμβάνουν διατάξεις της Οδηγίας 2016/680, ενώ θα έπρεπε να δώσουν σαφέστερες κατευθύνσεις για την διαδικασία διορισμού των ΥΠΔ σε αυτούς τους φορείς του δημόσιου τομέα, στους οποίους η ανάθεση καθηκόντων γίνεται με αυξημένη τυπικότητα κι όχι με την ευελιξία που μπορεί να γίνει στον ιδιωτικό τομέα. Υπάρχουν πολλά κενά σε αυτές τις διατάξεις που κινδυνεύουν να καταστήσουν ανεφάρμοστη την υποχρέωση ορισμού ΥΠΔ.

Απαλλαγή από τα θρησκευτικά με γνωστοποίηση δεδομένων θρησκεύματος

Η απόφαση 660/2018 του Συμβουλίου της Επικρατείας για το μάθημα των θρησκευτικών αναφέρει ότι η οικειοθελής γνωστοποίηση προσωπικών δεδομέν...